
photo Georgios Bond-Kontaxis
Φυσούν πάλι οι παράξενοι άνεμοι της Άνοιξης.
Περνούν χαμηλά και ξεριζώνουν από τα χώματα το Χειμώνα
Περνούν χαμηλά και γδέρνουν τη καρδιά μας.
Θέλω να βάλω τα σίδερα στη φωτιά
Θέλω να βγω τη νύχτα
να κυνηγήσω τα αγρίμια μου στα ορεινά μονοπάτια
ξυπόλητος
εκεί που την είχα βρει κάποτε χαμένη
πεσμένη στα τέσσερα , ξυπόλητη, γυμνή
Φυσούν πάλι οι παράξενοι άνεμοι της Άνοιξης.
Περνούν χαμηλά και ξεριζώνουν από τα χώματα το Χειμώνα
Περνούν χαμηλά και γδέρνουν τη καρδιά μας.
Θέλω να βάλω τα σίδερα στη φωτιά
Θέλω να βγω τη νύχτα
να κυνηγήσω τα αγρίμια μου στα ορεινά μονοπάτια
ξυπόλητος
εκεί που την είχα βρει κάποτε χαμένη
πεσμένη στα τέσσερα , ξυπόλητη, γυμνή
Είχε λυσσάξει και δάγκωνε
απαρηγόρητη
Οι άνεμοι γδύσανε τη καρδιά της και πονούσε.
……………
Σκέφτομαι τα σίδερα και τη φωτιά
σκέφτομαι τα αγρίμια
κ ύστερα πάλι...
φυσούν οι άνεμοι της άνοιξης
μα φυσούν χαμηλά
δε ταράζουν τα αγέρωχα σύννεφα
Δε φοβάμαι πια την Άνοιξη
φοβάμαι την ανάμνησή της.
απαρηγόρητη
Οι άνεμοι γδύσανε τη καρδιά της και πονούσε.
……………
Σκέφτομαι τα σίδερα και τη φωτιά
σκέφτομαι τα αγρίμια
κ ύστερα πάλι...
φυσούν οι άνεμοι της άνοιξης
μα φυσούν χαμηλά
δε ταράζουν τα αγέρωχα σύννεφα
Δε φοβάμαι πια την Άνοιξη
φοβάμαι την ανάμνησή της.