Οι άνεμοι της ερημιάς
Στις άδειες αίθουσες φυσούν οι άνεμοι της ερημιάς.
Τα νερά σαπίσανε τη βιβλιοθήκη
Κάτι έγγραφα πεταχτήκανε χάμαι
Κάπου εδώ πρέπει να τριγυρίζει
Ίσως να κοιμάται εδώ τις νύχτες
Εδώ τον εγκατέλειψα
όταν είταν δέκα χρονών.
Δεν νομίζω να μου κρατά κακία πια
Στην αρχή έκλαιγε πολύ
και με φώναζε
δεν πίστευε ότι τον άφησα.
Μετά μόνο έκλαιγε.
Σταμάτησε να με φωνάζει.
Για να μη με κατηγορήσει
με ξέχασε .
Μετά έπαψε να κλαίει.
Αν συναντηθούμε
στο έρημο σχολείο
ή στο ποταμό με τα πλατάνια
και με κοιτάξει στα μάτια,
θα κάμει μια αβέβαιη κίνηση
σα μια στιγμή ,μια ελάχιστη στιγμή
να μ' αγκαλιάσει
ίσως να φανεί στο βλέμμα του
η απίστευτη αγάπη
Και θα χαθεί.
Μάλλον κοιμάται εδώ τις νύκτες.
Στα πεταμένα έγγραφα βρήκα το ενδεικτικό του
Με το όνομά μου.
Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007
Τρίτη 3 Ιουλίου 2007
Οι γέροι μερακλήδες

Στου Φουρτούνα τη ταβέρνα
Έτσι όπως τρέχω με το αμάξι μου
στους χειμωνιάτικους δρόμους
του κάμπου
και κάνει κρύο και είναι νύκτα
καμιά στιγμή θα βρεθώ
χωρίς να το καταλάβω
στου Φουρτούνα τη ταβέρνα.
Στη αυλή η Φουρτούνενα μεθυσμένη
να βγάζει τα ψωμιά από το φούρνο
δεμένοι οι σκύλοι
και το Μαριώ να κουνιέται και να φωνάζει
-Πατέρα έ Πατέρα
πασίχαρο
να βγει ο Φουρτούνας στην υποδοχή.
Τι άλλο θέλει ο άνθρωπος
να ευτυχίσει στη μέση του κάμπου..
Μια ταβέρνα θέλει
να εμφανιστεί σα το Μινώταυρο
ξαφνικά μπροστά του στο λαβύρινθο του κάμπου
Μια μεθυσμένη ταβερνιάρισσα
να θυμάται τα νιάτα της
τις μικρές ώρες
στα γόνατά μας,
το Μαριώ νάχομε αφορμή
να δερνόμαστε
στα φεγγαρόφωτα λιόφυτα
έτσι και παραπιούμε
και δε κάνομε καλά τα νιάτα μας
και προπάντων
το Φουρτούνα γεμάτο κατανόηση
για τα πάθη των ανθρώπων
να δέρνει τη Φουρτούνενα και το Μαριώ
εκ των προτέρων
αλλά με στοργή
για τη μεγάλη των γυναικών καρδιά
εκεί στα λιόφυτα.
Θεός συχωρέσει.
Μόνο το Μαριώ ζει
και μείς κάτι γέροι μερακλήδες
να ψάχνομε όλη νύχτα
τον έρημο κάμπο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
