CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2007

Επίλογος




Επίλογος

Αν είναι αν πούμε κάτι

τώρα είναι η ώρα να μιλήσομε

Τώρα που ανασαίνουμε ελεύθεροι

από τα πάθη που μας έπνιγαν

στις θάλασσες και τ’ ακρογιάλια

που γυρίζαμε τόσα χρόνια


Αν είναι αν πούμε κάτι

τώρα θα μπορούσαμε να μιλήσομε

πριν φύγομε για τις κορφές

και μας καρφώσει αμίλητους

το φεγγάρι στο Βράχο


Όσοι γλιτώσαμε από τη λαγνεία και το θάνατο

των φεγγαριών και των ανέμων


Θρηνήσαμε Νεκρούς .

Όταν τους συναντάμε καμιά φορά εκεί στις άδειες αμμουδιές

δε μας βλέπουν


Χαμένοι στο χρόνο τους και στη λησμονιά

σα θαλάσσια ξύλα

που οι δίνες του χρόνου

πετούν στις απόκοσμες ακτές των αναμνήσεων


[Ήταν τόσο δύσκολο να νιώσομε

ότι άλλο είναι να πετάς και άλλο να πέφτεις…..]

(τις νύχτες που ονειρεύεσαι ότι πετάς

Σ’ εκείνους τους θαλασσινούς γκρεμούς

Που φτιάχνεις από φως του φεγγαριού και ελευθερία

θέλω να το σκεφτείς βαθιά αυτό

ότι άλλο είναι να πετάς και άλλο να πέφτεις..)


Ο θάνατος μας δίδαξε το χρόνο

μας δίδαξετο ποτάμι των μορφώνμε τις απόκοσμες όχθες

και τις ακτές της αβάστακτης ομορφιάς


η ομορφιά μας δίδαξε τη μοναξιά

το τραγούδι των ανέμων στους έρημους τόπους

και το λουλούδι του φεγγαριού

που είναι μαζί το αύριο και το χθες


Ο χρόνος μας δίδαξε τη συμπόνια.


Τι άλλο να αισθανθεί κανείς για τις Μορφές

που φτιάχνονται για να χαθούν

στο ποτάμι των αιώνων

όπως τα πρόσωπα στα σύννεφα

που σπρώχνουν οι άνεμοι


ανακαλύψαμε στους γκρεμούς

τις όχθες του χρόνου

και στα απρόσιτα διαζώματα

τις ακτές της αιώνιας θάλασσας


Ξαφνικά αρχίσαμε να ζούμε τη ζωή

σαν να είναι ήδη ανάμνηση

γραμμένη στη μνήμη

αυτών που θα ζουν αυτών που αγαπάμε

και αυτό είναι μια ελευθερία

και μια πληγή


Αγαπήσαμε την Αλήθεια.

γιατί εμείς δεν είμαστε ποιητές

απλώς κρύβομε σε περίοπτη θέση

σαν το βιολί που ακούγεται στο φαράγγι

τα λόγια που θέλομε να ακούσεις."

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2007

Το φώς ως ιμάτιον

Το φώς ως ιμάτιον

Έρχονται στο χωριό για το Πάσχα
Έρχονται από την Αθήνα , από τη Γερμανία ,κάποιος από το Βόλο….
Κυρίως από την Αθήνα.

Όσοι έχουν φέρει ακριβό αμάξι
παρκάρουν στη πλατεία .
Κατεβαίνουν δήθεν αδιάφοροι ,
επιτέλους δικαιωμένοι.

Έχουν μια έξαψη και ένα κάπως παιδικό θρίαμβο…
όπως χτυπάνε τη πόρτα
και κάθονται στις παλιές καρέκλες
ψάχνοντας στα μάτια μας
την πληρωμή της ξενιτιάς…

Μετά από λίγο ξεχνιούνται
Κοιτάζουν τους ευκαλύπτους, τον αρχαίο βράχο ,
τους γερόντους που ζουν ακόμα , αναλίωτοι , χαμένοι στο χρόνο τους
τις ίδιες φωτογραφίες στους τοίχους
με τους πεθαμένους λυράρηδες
και τους καπετάνιους
τις γριές που αγωνίζονται τοίχο τοίχο τον ανήφορο και το θάνατο

Ερχεται και η νύχτα
ακούνε τους σκύλους που γαυγίζουν μακριά
νιώθουν στη καρδιά τους
τη λεπίδα του φεγγαριού…

μπαίνουν στα όνειρά τους
γιατί αυτοί είναι οι τόποι των ονείρων τους.

Τους κερνούμε ρακές, τους προσέχομε

Όταν ακουστεί το νυχτοπούλι
Φεύγουν απαρηγόρητοι και μεθυσμένοι.
Σταματούν κάποιες στιγμές απότομα
Έτοιμοι να δεχτούν την αποκάλυψη
που αισθάνονται να γεννιέται μέσα τους.

Αυτό το τεράστιο νόημα που όλο έρχεται να ξεσπάσει σα κύμα
και ποτέ δε φτάνει

Αυτό που θα τα ξεκαθαρίσει όλα αυτά δια μιάς
τα όνειρα, τους γέρους ,τα σοκάκια ,τις μυστικές στοές στην αποθήκη,
το αίμα που χύθηκε μια Άνοιξη
εκείνο το κορίτσι που γελούσε κάποτε στο ήλιο
αυτή την αυλή που δεν είναι πια ακριβώς αυλή
είναι και ένα συναίσθημα
και τα σχέδια των ίσκιων των ευκαλύπτων στο φως του φεγγαριού
που είναι πλέον σκέψεις.
σκέψεις μέσα σε σκέψεις
τόποι της μεθυσμένης τους ψυχής
όπως το κοιμητήρι
που έμπαινε στη θάλασσα
και βρέχανε τα κύματα
τους πρώτους τάφους…


Η νύχτα είναι λίγο δύσκολη απόψε
με το Άνοιξη να διαπερνά σιγά σιγά τους ανέμους

Η νύχτα είναι πάντα δύσκολη στις δίνες του Χρόνου
Αύριο θα τους κεράσομε καφέ.
Τους αγαπάμε.