CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Κίτρινα φώτα


τελικά τον έλεγαν Αχιλλέα .

Τριάντα χρόνια αναρωτιέμαι

μ’ αυτή την αίσθηση του γνωστού που διαφεύγει

πως έλεγαν το ξάδερφο της

δεκαοκτώ χρονών εγώ δεκάξι αυτή.

Απόψε ,ξαφνικά χωρίς λόγο

λέω α- ναι τον έλεγαν Αχιλλέα.


Τις νύχτες κοιμόταν στις ξαδέλφες της

πήγαινα και ‘γώ σα το κλέφτη

πίναμε βερμούτ και κάπνιζα συνέχεια ένα τσιμπούκι

μας στρώνανε στο πάτωμα της κουζίνας

και έφευγα τα χαράματα για το υπόγειό μου

στο σπίτι που ζούσαμε τότε.

καταλαβαίνεις τι λέω έτσι δεν είναι ;


Αφήνομε εαυτούς σα τα κουφάρια

που αφήνουν τα τζιτζίκια στα δέντρα

σε διάφορους τόπους και χρόνους

εαυτούς άγνωστους μεταξύ τους

και σε μάς

καμιά φορά

τους συναντάμε στα όνειρά μας

ή βαθιά στα μάτια ξεχασμένων φίλων

δε μας κατηγορούν πια

σα τα παιδιά που κουραστήκανε να κλαίνε


[Θυμάσαι που είχαν βάλει

κάτι κίτρινα φώτα στους δρόμους

έξω από το Λύκειο και φυσούσαν οι νοτιάδες

που μας έλιωναν τη ψυχή

και έμενε ένα γυμνό κορμί

δεκαοκτώ χρονών;]


πώς και δε συναντηθήκαμε τότε ή μήπως..


Θέλω να με καταλαβαίνεις

γιατί θα πιούμε απόψε απ ότι βλέπω

θα κατεβούμε στα υπόγεια της μνήμης

να βρούμε κομμάτια

να φτιάξομε ένα παρελθόν

που να γνωριζόμαστε από τότε

θα προτιμούσα εκεί στα κίτρινα φώτα

που έδιδε χρώμα στις μπλέ ποδιές

όταν φυσούσαν οι νοτιάδες.


Να λοιπόν λύθηκε κ αυτό το πρόβλημα

βάλε κρασί !


τελικά τον έλεγαν Αχιλλέα.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2007

Επίλογος




Επίλογος

Αν είναι αν πούμε κάτι

τώρα είναι η ώρα να μιλήσομε

Τώρα που ανασαίνουμε ελεύθεροι

από τα πάθη που μας έπνιγαν

στις θάλασσες και τ’ ακρογιάλια

που γυρίζαμε τόσα χρόνια


Αν είναι αν πούμε κάτι

τώρα θα μπορούσαμε να μιλήσομε

πριν φύγομε για τις κορφές

και μας καρφώσει αμίλητους

το φεγγάρι στο Βράχο


Όσοι γλιτώσαμε από τη λαγνεία και το θάνατο

των φεγγαριών και των ανέμων


Θρηνήσαμε Νεκρούς .

Όταν τους συναντάμε καμιά φορά εκεί στις άδειες αμμουδιές

δε μας βλέπουν


Χαμένοι στο χρόνο τους και στη λησμονιά

σα θαλάσσια ξύλα

που οι δίνες του χρόνου

πετούν στις απόκοσμες ακτές των αναμνήσεων


[Ήταν τόσο δύσκολο να νιώσομε

ότι άλλο είναι να πετάς και άλλο να πέφτεις…..]

(τις νύχτες που ονειρεύεσαι ότι πετάς

Σ’ εκείνους τους θαλασσινούς γκρεμούς

Που φτιάχνεις από φως του φεγγαριού και ελευθερία

θέλω να το σκεφτείς βαθιά αυτό

ότι άλλο είναι να πετάς και άλλο να πέφτεις..)


Ο θάνατος μας δίδαξε το χρόνο

μας δίδαξετο ποτάμι των μορφώνμε τις απόκοσμες όχθες

και τις ακτές της αβάστακτης ομορφιάς


η ομορφιά μας δίδαξε τη μοναξιά

το τραγούδι των ανέμων στους έρημους τόπους

και το λουλούδι του φεγγαριού

που είναι μαζί το αύριο και το χθες


Ο χρόνος μας δίδαξε τη συμπόνια.


Τι άλλο να αισθανθεί κανείς για τις Μορφές

που φτιάχνονται για να χαθούν

στο ποτάμι των αιώνων

όπως τα πρόσωπα στα σύννεφα

που σπρώχνουν οι άνεμοι


ανακαλύψαμε στους γκρεμούς

τις όχθες του χρόνου

και στα απρόσιτα διαζώματα

τις ακτές της αιώνιας θάλασσας


Ξαφνικά αρχίσαμε να ζούμε τη ζωή

σαν να είναι ήδη ανάμνηση

γραμμένη στη μνήμη

αυτών που θα ζουν αυτών που αγαπάμε

και αυτό είναι μια ελευθερία

και μια πληγή


Αγαπήσαμε την Αλήθεια.

γιατί εμείς δεν είμαστε ποιητές

απλώς κρύβομε σε περίοπτη θέση

σαν το βιολί που ακούγεται στο φαράγγι

τα λόγια που θέλομε να ακούσεις."