Σαράντα χρόνια τώρα
βλέπω το Άγγελο
να κατεβαίνει από τον ουρανό
για να ταράξει τα νερά.
Τα τελευταία χρόνια
έφυγαν όλοι
οι παλιοί γιατρεύτηκαν
οι καινούργιοι χάσανε τη πίστη τους
ο τόπος ξεχάστηκε
έμεινα μόνος εγώ.
Εγώ και ο Άγγελος.
Δε βιάζεται πια να φύγει
κάθεται στη άκρη της δεξαμενής
ταράζει πολύ ώρα τα νερά
κανείς δε βιάζεται πια
είμαστε μόνοι
εγώ παράλυτος στο κρεβάτι
και αυτός με τις φτερούγες
του αετού.
Τα μάτια του
έχουν άστρα μέσα
η καρδιά του είναι οκτώ χρονώ παιδιού
είναι φτιαγμένος
από φωτιά και αγάπη
ένα παιδί μου είπε
το όνομά του
είναι λέει
το Λιοντάρι του Θεού
στον Ήλιο
Χειμώνιασε
τις νύχτες κάνει κρύο.
Πριν πετάξει
με αυστηρότητα
για τις αμαρτωλές μου σκέψεις
που δυστυχώς
ούτε εδώ δε λένε να με εγκαταλείψουν
μου φτιάχνει τα σκεπάσματα
και ανοίγει τις φτερούγες
για τον ουρανό
Τίποτε δε με σώζει
μόνο η υπομονή.
"
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007
Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2007
Η γραφομηχανή
Γεννήθηκα στο χωριό κάτω από το αρχαίο βράχο.
Το χειμώνα ταΐζαμε με κλεμμένο γάλα
παρατημένα γαϊδουράκια με τεράστια μάτια
τα βρίσκαμε στους ποταμούς.
Ψοφούσαν πάντα χωρίς παράπονο
σα το Παππού που θα πεθάνει έτσι κ’ αλλιώς.
Το καλοκαίρι σκοτώναμε όρνεα
μεθυσμένοι από τη ζέστη και το αίμα
Τα μεσημέρια κολυμπούσαμε
σε στέρνες σκοτεινές με πράσινα νερά
τις νύχτες ακούγαμε τους σκύλους
που γαύγιζαν τον άνεμο που κατέβαινε από τα βουνά.
και το χρόνο που χύνονταν σα αίμα
στους δρόμους του φεγγαριού
Κάποιος είπε πως μια νύχτα την είδε γυμνή
και παραλίγο να τον σκοτώσομε με τις πέτρες
Είχε και γραφομηχανή.
Έμενε στη γειτονιά μου
Μια μέρα με φώναξε με τ’ όνομά μου
τρεις νύχτες το ίδιο όνειρο
να με φιλά στο στόμα
σε μια άδεια στέρνα
η γραφομηχανή να γράφει μόνη της
τα λόγια
της αβάσταχτης ομορφιάς
Χάθηκε κ αυτή και η γραφομηχανή
χάθηκαν και τα λόγια
Το χειμώνα ταΐζαμε με κλεμμένο γάλα
παρατημένα γαϊδουράκια με τεράστια μάτια
τα βρίσκαμε στους ποταμούς.
Ψοφούσαν πάντα χωρίς παράπονο
σα το Παππού που θα πεθάνει έτσι κ’ αλλιώς.
Το καλοκαίρι σκοτώναμε όρνεα
μεθυσμένοι από τη ζέστη και το αίμα
Τα μεσημέρια κολυμπούσαμε
σε στέρνες σκοτεινές με πράσινα νερά
τις νύχτες ακούγαμε τους σκύλους
που γαύγιζαν τον άνεμο που κατέβαινε από τα βουνά.
και το χρόνο που χύνονταν σα αίμα
στους δρόμους του φεγγαριού
Κάποιος είπε πως μια νύχτα την είδε γυμνή
και παραλίγο να τον σκοτώσομε με τις πέτρες
Είχε και γραφομηχανή.
Έμενε στη γειτονιά μου
Μια μέρα με φώναξε με τ’ όνομά μου
τρεις νύχτες το ίδιο όνειρο
να με φιλά στο στόμα
σε μια άδεια στέρνα
η γραφομηχανή να γράφει μόνη της
τα λόγια
της αβάσταχτης ομορφιάς
Χάθηκε κ αυτή και η γραφομηχανή
χάθηκαν και τα λόγια
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
